λαχταρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχταρώ < μεσαιωνική ελληνική λακταρῶ < λακτάρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λαχταρώ

  1. (μεταβατικό) επιθυμώ πολύ κάτι ή να δω κάποιον
    θα σου δώσω ό,τι λαχταράει η καρδιά σου
  2. (αμετάβατο) τρομάζω, φοβάμαι για κάποιον
    λαχτάρησα όταν τον είδα μες στα αίματα
  3. (μεταβατικό) τρομάζω κάποιον, τον κάνω να φοβηθεί για μένα
    μας λαχτάρησες με το τηλεφώνημά σου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]