yearn
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | yearn |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | yearns |
| αόριστος | yearned |
| παθητική μετοχή | yearned |
| ενεργητική μετοχή | yearning |
Ρήμα
[επεξεργασία]- λαχταρώ
- All I yearn for is a simple life. - Όλο κι όλο/Το μόνο που λαχταρώ είναι μια απλή ζωή.