στενός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | στενός | η | στενή | το | στενό |
| γενική | του | στενού | της | στενής | του | στενού |
| αιτιατική | τον | στενό | τη | στενή | το | στενό |
| κλητική | στενέ | στενή | στενό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | στενοί | οι | στενές | τα | στενά |
| γενική | των | στενών | των | στενών | των | στενών |
| αιτιατική | τους | στενούς | τις | στενές | τα | στενά |
| κλητική | στενοί | στενές | στενά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στενός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στενός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /steˈnos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : στε‐νός
Επίθετο
[επεξεργασία]στενός, -ή, -ό, συγκριτικός : στενότερος, υπερθετικός : στενότατος
- που έχει μικρό πλάτος
- ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
- ≈ συνώνυμα: λεπτός
- (μεταφορικά) περιορισμένος
στενοί ορίζοντες, με τη στενή έννοια
- κοντινός
στενοί φίλοι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στενός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | στενός | ἡ | στενή | τὸ | στενόν |
| γενική | τοῦ | στενοῦ | τῆς | στενῆς | τοῦ | στενοῦ |
| δοτική | τῷ | στενῷ | τῇ | στενῇ | τῷ | στενῷ |
| αιτιατική | τὸν | στενόν | τὴν | στενήν | τὸ | στενόν |
| κλητική ὦ! | στενέ | στενή | στενόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | στενοί | αἱ | στεναί | τὰ | στενᾰ́ |
| γενική | τῶν | στενῶν | τῶν | στενῶν | τῶν | στενῶν |
| δοτική | τοῖς | στενοῖς | ταῖς | στεναῖς | τοῖς | στενοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | στενούς | τὰς | στενᾱ́ς | τὰ | στενᾰ́ |
| κλητική ὦ! | στενοί | στεναί | στενᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | στενώ | τὼ | στενᾱ́ | τὼ | στενώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | στενοῖν | τοῖν | στεναῖν | τοῖν | στενοῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]στενός, -ή, -όν, συγκριτικός : στενότερος, υπερθετικός : στενότατος
- ό,τι και στη νεοελληνική, στενός, συγκεκλεισμένος, περιορισμένος
- λιγοστός
- λεπτός αδύνατος
- δύσκολος
- τά στενά' : στενή δίοδος, πέρασμα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]πιθανόν και τα
Σύνθετα
[επεξεργασία]όπως
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- στενός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- στενός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)