στενή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενή θηλυκό

  1. (αργκό) η φυλακή
    τον χώσανε στη στενή
    έκανε δυο χρόνια στη στενή
  2. (αργκό) το κρατητήριο


Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

στενή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]