στενό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στενό τα στενά
      γενική του στενού των στενών
    αιτιατική το στενό τα στενά
     κλητική στενό στενά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενό < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στενό ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

στενό