θαλάσσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θαλάσσιος θαλάσσια θαλάσσιο
γενική θαλάσσιου θαλάσσιας θαλάσσιου
αιτιατική θαλάσσιο θαλάσσια θαλάσσιο
κλητική θαλάσσιε θαλάσσια θαλάσσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαλάσσιοι θαλάσσιες θαλάσσια
γενική θαλάσσιων θαλάσσιων θαλάσσιων
αιτιατική θαλάσσιους θαλάσσιες θαλάσσια
κλητική θαλάσσιοι θαλάσσιες θαλάσσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαλάσσιος < αρχαία ελληνική θαλάσσιος και θαλάττιος (ο ναυτικός, ο θαλασσινός) < θάλασσα και θάλαττα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θαλάσσιος -α -ο

  • που ζει ή συμβαίνει στη θάλασσα ή ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτήν

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]