marine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Marine

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

marine (en)

  1. θαλάσσιος
    marine vegetation - θαλάσσια βλάστηση
  2. ναυτικός
    marine chart - ναυτικός χάρτης
     συνώνυμα: nautical

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

marine (en)



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
marine marines

marine (fr) θηλυκό



Ολλανδικά (nl)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

marine (nl)