θάλαττα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θάλαττα < → δείτε τη λέξη θάλασσα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θάλαττα θηλυκό

Θάλαττα, θάλαττα!: η ιστορική κραυγή νόστου των υπό των Ξενοφώντα Μυρίων όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο (401 π.Χ.)