κοντινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοντινός κοντινή κοντινό
γενική κοντινού κοντινής κοντινού
αιτιατική κοντινό κοντινή κοντινό
κλητική κοντινέ κοντινή κοντινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοντινοί κοντινές κοντινά
γενική κοντινών κοντινών κοντινών
αιτιατική κοντινούς κοντινές κοντινά
κλητική κοντινοί κοντινές κοντινά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντινός < επίρρημα κοντά + κατάληξη αρσενικών επιθέτων -ινός

Επίθετο[επεξεργασία]

κοντινός, -ή, -ό

  1. που βρίσκεται κοντά, σε μικρή απόσταση
    το κοντινό χωριό
  2. που απέχει λίγο χρονικά
    στο κοντινό παρελθόν
  3. που έχει στενή επαφή με κάποιον
    όλοι οι κοντινοί της άνθρωποι στάθηκαν δίπλα της σ' αυτή τη δύσκολη στιγμή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]