tight

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

tight (en)

  1. σφιχτός
  2. σφιχτός με τα χρήματα
  3. τεντωμένος
  4. στενός
  5. που έχει κάνει πολλές πρόβες και είναι ακριβής στην εκτέλεση
  6. (αργκό) πολύ ωραίος, πολύ καλός
  7. (αργκό) μεθυσμένος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]