σφιχτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σφιχτός σφιχτή σφιχτό
γενική σφιχτού σφιχτής σφιχτού
αιτιατική σφιχτό σφιχτή σφιχτό
κλητική σφιχτέ σφιχτή σφιχτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σφιχτοί σφιχτές σφιχτά
γενική σφιχτών σφιχτών σφιχτών
αιτιατική σφιχτούς σφιχτές σφιχτά
κλητική σφιχτοί σφιχτές σφιχτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφιχτός < αρχαία ελληνική σφιγκτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σφιχτός

σφιχτά παπούτσια
συνώνυμα: στενός
αντώνυμα: άνετος
  • που έχει σφιχτεί πολύ, που δεν ανοίγεται ή λύνεται εύκολα
ένας σφιχτός κόμπος
μια σφιχτή φούχτα
συνώνυμα: χαλαρός
  • που περιέχει υγρασία σε μικρό βαθμό
σφιχτά αυγά: αυγά που έχουν βράσει πολλή ώρα
σφιχτή σάλτσα: σάλτσα που έχει δέσει καλά
συνώνυμα: πηχτός, πυκνός
αντώνυμα: αραιός, μαλακός
  • που έχει εξασκηθεί πολύ
σφιχτοί μύωνες: μύωνες
συνώνυμα: γερός, γεροδεμένος
  • (μεταφορικά) που δεν ξοδεύει εύκολα, που προσέχει υπερβολικά τα χρήματά του
ο γέρος είναι πολύ σφιχτός
συνώνυμα: σφιχτοχέρης, τσιγγούνης, φιλάργυρος
αντώνυμα: ανοιχτός, ανοιχτοχέρης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]