ανοιχτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανοιχτός < ελληνιστική κοινή ἀνοικτός

Επίθετο[επεξεργασία]

ανοιχτός, -ή, -ό και ανοικτός

  1. που έχει μετακινηθεί ώστε να επιτρέπει τη διέλευση
    ανοιχτή πόρτα, ανοιχτό παράθυρο
  2. για αισθητήρια όργανα που επιτελούν τη λειτουργία τους
    1. ανοιχτά μάτια: με τα βλέφαρα ανεβασμένα
      έχε τα μάτια σου ανοιχτά': να βρίσκεσαι σε εγρήγορση
    2. ανοιχτά αφτιά: (μεταφορικά) ακούγοντας με προσοχή
  3. (μεταφορικά) που είναι φιλόξενος
    ανοιχτό σπίτι
  4. για χώρο:
    1. στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος ή η διέλευση
      ανοιχτό κανάλι, ανοιχτός δρόμος
    2. που δεν είναι σκεπασμένος, που δεν περιέχει οικοδομήματα ή άλλα προσκόμματα
  5. που επιτρέπεται να εξελιχθεί προς πολλές κατευθύνσεις
    όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά
  6. που διεξάγεται δημόσια
    σας καλούμε σε ανοιχτή συζήτηση
  7. που επιτελείται εκτός ενός χώρου, συνήθως προβλεπόμενου για κάποιες ενέργειες, ή χωρίς να χρειάζεται διανομή σε αυτόν
    ανοιχτή περίθαλψη
    δεν χρειάζεται να μείνετε άλλο στο κέντρο αποκατάστασης· στο εξής θα ακολουθήσουμε μέθοδο αποθεραπείας ανοικτού τύπου
  8. που λειτουργεί και δέχεται κοινό
    τα μαγαζιά είναι ανοιχτά τα απογεύματα της Πέμπτης
  9. σε λειτουργία
    το φως είναι ανοιχτό, η βρύση είναι ανοιχτή, ο υπολογιστής είναι ανοιχτός
  10. που δεν είναι σκεπασμένος με κάποιο πώμα, βούλωμα κλπ
    ανοιχτό κουτί, μπουκάλι
  11. που παρουσιάζει λύση της συνέχειάς του / που αιμορραγεί
    ανοιχτό τραύμα, ανοιχτή πληγή
  12. απλωμένος, που είναι ξεδιπλωμένος
    ανοιχτή βεντάλια
  13. (για χρώματα) απαλός, όχι σκούρος
    ανοιχτό μπλε
  14. που δηλώνει εύρος
    ανοιχτή στροφή
  15. (πληροφορική) που έχουν περάσει τα περιεχόμενά του στην κύρια μνήμη και απεικονίζονται στην οθόνη ή άλλη συσκευή εξόδου
    υπάρχει ήδη ένα αρχείο ανοιχτό με το ίδιο όνομα
  16. (πληροφορική) που ο καθένας μπορεί να τον εξετάσει και τροποποιήσει ελεύθερα
    ανοιχτός κώδικας
  17. (οικονομικά) που επιτρέπει σε δύο συμβαλλόμενα μέρη να τακτοποιούν τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες
    ανοιχτός λογαριασμός
     συνώνυμα: αλληλόχρεος, τρεχούμενος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. είμαι ανοιχτός στην αγορά : έχω απλήρωτα γραμμάτια, χρωστάω σε τράπεζες και προμηθευτές
  2. έχω ανοιχτό σπίτι : δέχομαι πολύ κόσμο
  3. μένω μ΄ανοιχτό το στόμα : μένω έκπληκτος
  4. τα μαγαζιά σου είναι ανοιχτά : το παντελόνι σου είναι ξεκούμπωτο
  5. έχω ανοιχτούς λογαριασμούς με κάποιον : έχουμε διαφωνίες που αδυνατούμε να τις επιλύσουμε ειρηνικά
  6. έχει ανοιχτό κώλο: άτομο είτε τυχερό (κωλόφαρδο) ως έκφραση ζήλιας, είτε για άτομο που έχει παθητικό σεξουαλικό ρόλο με διαφορετικούς εραστές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]