σκούρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκούρος σκούρα σκούρο
γενική σκούρου σκούρας σκούρου
αιτιατική σκούρο σκούρα σκούρο
κλητική σκούρε σκούρα σκούρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκούροι σκούρες σκούρα
γενική σκούρων σκούρων σκούρων
αιτιατική σκούρους σκούρες σκούρα
κλητική σκούροι σκούρες σκούρα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκούρος < μεσαιωνική ελληνική σκοῦρος < ιταλική oscuro

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκούρος

  1. που έχει σκοτεινό χρώμα ή απόχρωση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκούρα τα πράγματα!
  • τα βλέπω σκούρα
  • τα βρίσκω σκούρα: βρίσκω δυσκολίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]