άνοιγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοιγμα ανοίγματα
γενική ανοίγματος ανοιγμάτων
αιτιατική άνοιγμα ανοίγματα
κλητική άνοιγμα ανοίγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνοιγμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνοιγμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του ανοίγω
    το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
  2. το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει
    από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]