άνοιγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοιγμα ανοίγματα
γενική ανοίγματος ανοιγμάτων
αιτιατική άνοιγμα ανοίγματα
κλητική άνοιγμα ανοίγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνοιγμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του ανοίγω
    το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
  2. το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει
    από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου
  3. (αρχιτεκτονική) η οπή στην τοιχοποιία ή τον σκελετό κτηρίου που προορίζεται (συνήθως) για παράθυρο ή πόρτα
    Όταν στο κοινό πλάγιο όριο όμορων οικοπέδων υπάρχει κτίσμα σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός μέτρου από το κοινό όριο που έχει ανοίγματα στην πλευρά αυτή, το κτίριο οφείλει να έχει κατ’ ελάχιστο απόσταση δ από το κοινό πλάγιο όριο.Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, άρθρο 14 παρ. 1β
  4. οι πρώτες κινήσεις στο παιχνίδι του σκακιού (βλέπε και w:Σκακιστικό άνοιγμα στη βικιπαίδεια)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]