άνοιγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοιγμα ανοίγματα
γενική ανοίγματος ανοιγμάτων
αιτιατική άνοιγμα ανοίγματα
κλητική άνοιγμα ανοίγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνοιγμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνοιγμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του ανοίγω
    το άνοιγμα του χρηματοκιβωτίου με το αντικλέιδι ήταν παιχνιδάκι
  2. το κενό που δημιουργείται όταν κάτι ανοίγει
    από το άνοιγμα της πόρτας ακούγονταν οι θόρυβοι του δρόμου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]