ανοιχτός κώδικας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανοιχτός κώδικας < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική open source.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aniˈxtos ˈko.ði.kas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νοι‐χτός κώ‐δι‐κας
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]- (λογισμικό) ο πηγαίος κώδικας στον οποίο ο καθένας έχει πρόσβαση, μπορεί να τον εξετάζει και τον τροποποιεί ελεύθερα
Ο Λευκός Οίκος άρχισε να χρησιμοποιεί λογισμικό ανοιχτού κώδικα για τον ιστότοπό του.- ≠ αντώνυμα: κλειστός κώδικας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανοιχτός κώδικας