κλειστός κώδικας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλειστός κώδικας < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική closed source.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kliˈstos ˈko.ði.kas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κλει‐στός κώ‐δι‐κας
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]- (λογισμικό) ο πηγαίος κώδικας ο οποίος δεν είναι προσβάσιμος από το κοινό, ο ιδιόκτητος κώδικας
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κλειστός κώδικας