Μετάβαση στο περιεχόμενο

closed source

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
closed source <  δείτε τις λέξεις closed και source

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

closed source (en)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]