σφίχτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σφίχτης σφίχτες
γενική σφίχτη σφιχτών
αιτιατική σφίχτη σφίχτες
κλητική σφίχτη σφίχτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφίχτης < σφίγγω (θέμα σφιχτ-) + -ης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σφίχτης αρσενικό

  • γυμνασμένος, που σφίγγει τους μυς του για να τους επιδεικνύει
    30 λόγοι που σου δίνουν τον τίτλο «Ο σφίχτης του καλοκαιριού» [1]
    Aυτός ο «Σκληρός» Σφίχτης Είναι Ακριβώς ο Τύπος που Σιχαινόμαστε στο Γυμναστήριο [2]
    Ο σφίχτης κοντοστάθηκε μόλις έφτασε στον βράχο. Δεν την είχε δει [3]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. lifo.gr, πρόσβαση 6/4/2019
  2. vice.com, πρόσβαση 6/4/2019
  3. @books.google Harlan Coben, Μου λείπεις Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ. Εκδ. Μεταίχμιο], πρόσβαση 6/4/2019