Μετάβαση στο περιεχόμενο

thick

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός thick
συγκριτικός thicker
υπερθετικός thickest

Επίθετο

[επεξεργασία]

thick (en)

  1. παχύς, χοντρός, για διαστάσεις που έχουν μεγάλο πάχος
    παράδειγμα  a thick layer of asphalt/paint/snow - παχύ στρώμα ασφάλτου/μπογιάς/χιονιού
    παράδειγμα  Knead the dough well and roll it out into thick sheets.
    Ζυμώνετε καλά τη ζύμη και την ανοίγετε σε χοντρά φύλλα.
  2. πυκνός, για τα στοιχεία ενός συνόλου όμοιων πραγμάτων που βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους
    παράδειγμα  a thick forest - πυκνό δάσος
    παράδειγμα  He has thick, curly hair.
    Έχει πυκνά, σγουρά μαλλιά.
  3. πηχτός, παχύρρευστος, παχύς, για υγρά που έχουν πυκνή σύσταση
    παράδειγμα  thick soup/sauce - πηχτή σούπα/σάλτσα
    παράδειγμα  The paint is very thick; it needs to be watered down a little.
    Η μπογιά είναι πολύ πηχτή· χρειάζεται λίγο αραίωμα.
    παράδειγμα  thick liquids - παχύρρευστα υγρά
    παράδειγμα  thick honey - παχύ μέλι
  4. πυκνός, για ομίχλη, καπνό, αέρα κτλ. που τα μόριά του, βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους
    παράδειγμα  thick smoke - πυκνός καπνός
    παράδειγμα  thick clouds - πυκνά σύννεφα
  5. πυκνός, που έχει μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή μεγάλη ποσότητα από κάτι σε ένα μέρος
    παράδειγμα  a thick crowd of people - πυκνό πλήθος ανθρώπων
  6. (ανεπίσημο, μειωτικό) κουτός
    παράδειγμα  He’s a bit thick.
    Είναι λιγάκι κουτός.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη foolish