χοντρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : χόντρος, χονδρός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική χοντρός χοντρή χοντρό
γενική χοντρού χοντρής χοντρού
αιτιατική χοντρό χοντρή χοντρό
κλητική χοντρέ χοντρή χοντρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χοντροί χοντρές χοντρά
γενική χοντρών χοντρών χοντρών
αιτιατική χοντρούς χοντρές χοντρά
κλητική χοντροί χοντρές χοντρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χοντρός < αρχαία ελληνική χονδρός (που δεν αλέστηκε πλήρως, είναι ογκώδης, χοντροκομμένος, χονδροειδής) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰrendʰ- (θρυμματίζω, κόβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɔn.ˈdɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο

χοντρός , -ή , -ό

  1. (για άνθρωπο) που έχει μεγάλο βάρος σε σχέση με το ύψος του, παχύς
  2. (για αντικείμενα) που έχει μεγάλη διάμετρο
    ένα χοντρό κλαδί
  3. (μεταφορικά) σοβαρός ως προς τις συνέπειές του
    χοντρή παρεξήγηση
  4. άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα
    χοντρό αστείο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις