Μετάβαση στο περιεχόμενο

dick

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dick dicks

dick (en)

dick (en)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

dick (de)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]