Μετάβαση στο περιεχόμενο

dick

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Dick

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dick dicks

dick (en)

dick (en)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dick < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική dic / dicke < παλαιά άνω γερμανική dicki / thicki < πρωτογερμανική (Συγγενική με την αγγλική thick) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɪk/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

dick (de) , συγκριτικός: dicker, υπερθετικός: am dicksten

  1. παχύς, χοντρός
    παράδειγμα Sehe ich in diesem Kleid dick aus?
         Φαίνομαι χοντρή με αυτό το φόρεμα;
     αντώνυμα: dünn
  2. που δείχνει συγκεκριμένο πάχος
    παράδειγμα Die Wände sind 25 Zentimeter dick.
         Οι τοίχοι έχουν 25 εκατοστά πάχος.
  3. πηχτός, παχύρρευστος
    παράδειγμα Honig ist dicker als Milch.
         Το μέλι είναι πιο παχύρρευστο από το γάλα.
     συνώνυμα: dickflüssig, viskos, zäh, zähflüssig
     αντώνυμα: dünnflüssig, wässrig
  4. πυκνός
    παράδειγμα Jeder in meine Familie hat dickes Haar.
         Όλοι στην οικογένεια μου έχουν πυκνά μαλλιά.
     συνώνυμα: dicht
  5. (ιατρική) πρησμένος
    παράδειγμα Mein Arm ist vom letzten Spiel dick.
         Το χέρι μου είναι πρησμένο από τον τελευταίο αγώνα.
     συνώνυμα: angeschwollen, geschwollen
  6. (μεταφορικά) που έχει στενή επαφή ή σχέση με κάποιον
    παράδειγμα Wir haben eine dicke Freundschaft, die schon seit Jahren besteht.
         Έχουμε μια στενή φιλία που κρατάει χρόνια.
     συνώνυμα: eng

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. dick - Duden online.
  2. dick @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).