Μετάβαση στο περιεχόμενο

dick around

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας dick around
γ΄ ενικό ενεστώτα dicks around
αόριστος dicked around
παθητική μετοχή dicked around
ενεργητική μετοχή dicking around

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dick around <  δείτε τις λέξεις dick και around

dick around (en)