dick around
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | dick around |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | dicks around |
| αόριστος | dicked around |
| παθητική μετοχή | dicked around |
| ενεργητική μετοχή | dicking around |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]dick around (en)