ψωλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψωλή ψωλές
γενική ψωλής ψωλών
αιτιατική ψωλή ψωλές
κλητική ψωλή ψωλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωλή < αρχαία ελληνική ψωλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωλή θηλυκό

φράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ψωλή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωλή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: ψωλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωλή θηλυκό (δωρικός τύπος: ψωλά)