ψωλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψωλή ψωλές
γενική ψωλής ψωλών
αιτιατική ψωλή ψωλές
κλητική ψωλή ψωλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωλή < αρχαία ελληνική ψωλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωλή θηλυκό

  1. (χυδαίο) το ανδρικό γεννητικό μόριο, το πέος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψωλή

Ομώνυμα[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωλή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ψωλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωλή θηλυκό (δωρικός τύπος: ψωλά)

  1. πέος σε στύση