πιέζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιέζω < αρχαία ελληνική πιέζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pisd- (πιέζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈɛ.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πιέζω (παθητική φωνή: πιέζομαι)

  1. ασκώ δύναμη πάνω στην επιφάνεια ενός αντικειμένου
    πίεσα το κουμπί αλλά δεν έγινε τίποτα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βαραίνω, ζουλώ, ζουπίζω, ζουπώ
  2. (μεταφορικά) προσπαθώ να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του
    το λόμπι πιέζει την κυβέρνηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναγκάζω, εξαναγκάζω
  3. (μεταφορικά) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση
    μη με πιέζεις, αισθάνομαι ήδη άσχημα με όλη αυτή την κατάσταση!
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θλίβω, στενοχωρώ, στριμώχνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]