στενοχωρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : στενοχωρῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενοχωρώ < ελληνιστική κοινή στενοχωρέω / στενοχωρῶ < αρχαία ελληνική στενός + χῶρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στενοχωρώ (παθητική φωνή: στενοχωριέμαι / στενοχωρούμαι)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]