καθομιλουμένη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθομιλουμένη < θηλυκή μετοχή του ελληνιστικού καθομιλοῦμαι (συνηθίζομαι) < αρχαία ελληνική καθομιλῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθομιλουμένη θηλυκό

  • η κοινή γλώσσα, που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, η δημοτική
  • καθημερινή, μη ακαδημαϊκή (λαϊκή) γλώσσα. Πολλές φορές μπορεί να απαρτίζεται από πρόχειρες λέξεις ή εκφράσεις με μεταφορική και όχι πάντα σαφή ερμηνεία. Μέρος της καθομιλουμένης είναι και η αργκό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]