κερδίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κερδίζω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]κερδίζω, πρτ.: κέρδιζα, στ.μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα, μτχ.π.π.: κερδισμένος
- αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
- ※ Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
- έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
- νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
- αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
- Πρότυπο:px με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
- (μεταφορικά) προκαλώ τους άλλους να σχηματίσουν καλή γνώμη για εμένα
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κέρδος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κερδίζω | κέρδιζα | θα κερδίζω | να κερδίζω | κερδίζοντας | |
| β' ενικ. | κερδίζεις | κέρδιζες | θα κερδίζεις | να κερδίζεις | κέρδιζε | |
| γ' ενικ. | κερδίζει | κέρδιζε | θα κερδίζει | να κερδίζει | ||
| α' πληθ. | κερδίζουμε | κερδίζαμε | θα κερδίζουμε | να κερδίζουμε | ||
| β' πληθ. | κερδίζετε | κερδίζατε | θα κερδίζετε | να κερδίζετε | κερδίζετε | |
| γ' πληθ. | κερδίζουν(ε) | κέρδιζαν κερδίζαν(ε) |
θα κερδίζουν(ε) | να κερδίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κέρδισα | θα κερδίσω | να κερδίσω | κερδίσει | ||
| β' ενικ. | κέρδισες | θα κερδίσεις | να κερδίσεις | κέρδισε | ||
| γ' ενικ. | κέρδισε | θα κερδίσει | να κερδίσει | |||
| α' πληθ. | κερδίσαμε | θα κερδίσουμε | να κερδίσουμε | |||
| β' πληθ. | κερδίσατε | θα κερδίσετε | να κερδίσετε | κερδίστε | ||
| γ' πληθ. | κέρδισαν κερδίσαν(ε) |
θα κερδίσουν(ε) | να κερδίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κερδίσει | είχα κερδίσει | θα έχω κερδίσει | να έχω κερδίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις κερδίσει | είχες κερδίσει | θα έχεις κερδίσει | να έχεις κερδίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει κερδίσει | είχε κερδίσει | θα έχει κερδίσει | να έχει κερδίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κερδίσει | είχαμε κερδίσει | θα έχουμε κερδίσει | να έχουμε κερδίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε κερδίσει | είχατε κερδίσει | θα έχετε κερδίσει | να έχετε κερδίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κερδίσει | είχαν κερδίσει | θα έχουν κερδίσει | να έχουν κερδίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κερδίζω
|