Μετάβαση στο περιεχόμενο

κερδίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερδίζω < λείπει η ετυμολογία

κερδίζω, πρτ.: κέρδιζα, στ.μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα, μτχ.π.π.: κερδισμένος

  1. αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
      Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
  2. έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
  3. νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
  4. αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
    Πρότυπο:px με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
  5. (μεταφορικά) προκαλώ τους άλλους να σχηματίσουν καλή γνώμη για εμένα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη  κέρδος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]