κερδίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερδίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κερδίζω, πρτ.: κέρδιζα, στ.μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα, μτχ.π.π.: κερδισμένος

  1. αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
  2. έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
  3. νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
  4. αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
    με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
  5. (μεταφορικά) προκαλώ τους άλλους να σχηματίσουν καλή γνώμη για εμένα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: κέρδος

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]