win
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| win | wins |
win (en)
- η ατομική νίκη
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | win |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | wins |
| αόριστος | won |
| παθητική μετοχή | won |
| ενεργητική μετοχή | winning |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
win (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) νικώ, κερδίζω
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- win (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- win (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 444, 587. ISBN 9780194325684., λήμμα: κερδίζω, νίκη