κερδισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κερδισμένος κερδισμένη κερδισμένο
γενική κερδισμένου κερδισμένης κερδισμένου
αιτιατική κερδισμένο κερδισμένη κερδισμένο
κλητική κερδισμένε κερδισμένη κερδισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κερδισμένοι κερδισμένες κερδισμένα
γενική κερδισμένων κερδισμένων κερδισμένων
αιτιατική κερδισμένους κερδισμένες κερδισμένα
κλητική κερδισμένοι κερδισμένες κερδισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κερδίζω, κερδίζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κερδισμένος, -η, -ο

  1. (για πρόσωπο) που έχει κερδίσει
  2. (για πράγμα) που έχει κερδηθεί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]