στενοχωριέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενοχωριέμαι < στενοχωρούμαι < στενοχωροῦμαι < στενοχωρέω

Ρήμα[επεξεργασία]

στενοχωριέμαι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]