attrister

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

attrister 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

attrister (fr)

  1. (μεταβατικό) λυπώ, θλίβω
    cette nouvelle l'a attristé - αυτό το νέο τον λύπισε
  2. (pronominal) θλίβομαι, λυπάμαι
    il est normal de s'attrister à l'annonce de telles nouvelles
    είναι φυσικό να θλίβεται κανείς μαθαίνοντας τέτοια νέα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]