triste

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

triste 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

triste (fr)

  1. λυπημένος, θλιμμένος
    Il a l'air triste. : φαίνεται λυπημένος.
  2. λυπηρός, θλιβερός
    C'est un événement triste. : είναι θλιβερό γεγονός.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

attrister, tristement



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

triste (es)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

triste (it)