θλιμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θλιμμένος θλιμμένη θλιμμένο
γενική θλιμμένου θλιμμένης θλιμμένου
αιτιατική θλιμμένο θλιμμένη θλιμμένο
κλητική θλιμμένε θλιμμένη θλιμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θλιμμένοι θλιμμένες θλιμμένα
γενική θλιμμένων θλιμμένων θλιμμένων
αιτιατική θλιμμένους θλιμμένες θλιμμένα
κλητική θλιμμένοι θλιμμένες θλιμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θλιμμένος < αρχαία ελληνική τεθλιμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του θλίβομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

θλιμμένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]