abattu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ba.ty/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
abattu abattus

abattu (fr) αρσενικό

  1. γκρεμισμένος
  2. (για αισθήματα) τσακισμένος