τσακισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t͡sa.ciˈzme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τσα‐κι‐σμέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]τσακισμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τσακίζω
- ※ στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- Όροι που λήγουν σε -τσακισμένος — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)