βαραίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαραίνω < μεσαιωνική ελληνική βαραίνω < αρχαία ελληνική βαρύνω < βαρύς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.ˈɾε.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βαραίνω

  1. βάζω βάρος πάνω σε κάτι ή κάποιον
  2. (μεταφορικά) στενοχωρώ, κουράζω
    Οι σκέψεις αυτές βάρυναν ακόμα πιο πολύ την καρδιά. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. έχω σχέση, καταλογίζω, επιρρίπτω μερίδιο ευθύνης
    Η ευθύνη βέβαια δεν βαραίνει μόνο τους πολιτικούς προϊστάμενούς μας. Ανάλογη ευθύνη βαραίνει και όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον τουρισμό καθώς επί σειράν ετών αποτύχαμε να πείσουμε την πολιτεία για τη σημασία και τη συνεισφορά του τομέα στην εθνική οικονομία. (*)
  4. (μεταφορικά) παίζω σημαντικό ρόλο, σημαίνω πολλά
  5. γίνομαιαισθάνομαι / νιώθω) πιο βαρύς
  6. (μεταφορικά) κουράζομαι, δυσφορώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]