burden
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| burden | burdens |
burden (en)
- το βάρος, το φορτίο, το φόρτωμα, καθήκον, ευθύνη κτλ. που προκαλεί ανησυχία, δυσκολία ή σκληρή δουλειά
Children’s tuition fees are yet another financial burden for the family.
- Τα δίδακτρα των παιδιών είναι ένα πρόσθετο οικονομικό βάρος για την οικογένεια.
I don’t want to be a burden to you.
- Δε θέλω να σας γίνω φορτίο/φόρτωμα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | burden |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | burdens |
| αόριστος | burdened |
| παθητική μετοχή | burdened |
| ενεργητική μετοχή | burdening |
burden (en)
- επιβαρύνω, δίνω σε κάποιον καθήκον, ευθύνη κτλ. που προκαλεί ανησυχία, δυσκολία ή σκληρή δουλειά
an estate burdened with debt - κληρονομία επιβαρυμένη με χρέη
They burdened the people with taxes.
- Επιβάρυναν το λαό με φόρους.
Thank you for inviting me to stay with you, but I don’t want to budren you.
- Ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας να μείνω μαζί σας, αλλά δε θέλω να σας επιβαρύνω.
You’re not burdening us at all.
- Δεν μας επιβαρύνετε καθόλου.