burden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

burden (en)

  1. η ενόχληση, η παρενόχληση
  2. (μεγάλο) βάρος, φορτίο
  3. ευθύνη

Ρήμα[επεξεργασία]

burden (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • burden στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια