καταλογίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταλογίζω < αρχαία ελληνική καταλογίζομαι < κατά + λογίζομαι < λόγος < λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-

Ρήμα[επεξεργασία]

καταλογίζω (παθητική φωνή: καταλογίζομαι)

  1. αποδίδω, επιρρίπτω, προσάπτω ευθύνη
  2. λογαριάζω σε βάρος κάποιου
  3. χρεώνω, φορτώνω ή επιφορτώνω ευθύνη, τέλη, έξοδα κ.λπ.
  4. γράφω στον κατάλογο, ταξινομώ και αναθέτω
    λόγω έκτακτης βάρδιας, αναγκαστικά καταλογίστηκαν δύο επιπλέον άτομα να καταλάβουν το συγκεκριμένο πόστο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]