ακαταλόγιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαταλόγιστος ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
γενική ακαταλόγιστου ακαταλόγιστης ακαταλόγιστου
αιτιατική ακαταλόγιστο ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
κλητική ακαταλόγιστε ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαταλόγιστοι ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα
γενική ακαταλόγιστων ακαταλόγιστων ακαταλόγιστων
αιτιατική ακαταλόγιστους ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα
κλητική ακαταλόγιστοι ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαταλόγιστος < α- + καταλογίζω + -τος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irresponsable)

Επίθετο[επεξεργασία]

ακαταλόγιστος, η, ο

  1. (νομική) που δεν μπορεί να του καταλογιστεί ευθύνη, επειδή ενεργεί παράλογα, είτε επειδή πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα είτε για άλλους λόγους
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ακαταλόγιστο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Έκφραση[επεξεργασία]

  • Ο κατηγορούμενος έχει το ακαταλόγιστο: (νομική) όταν λόγω ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου, ή μέθης, ή άλλης κατάστασης όπου εμφανίζει μη "σώας τας φρένας", κατά το χρόνο τέλεσης αδίκου πράξης δεν μπορεί να του καταλογισθεί καμία ευθύνη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]