ακαταλόγιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαταλόγιστος ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
γενική ακαταλόγιστου ακαταλόγιστης ακαταλόγιστου
αιτιατική ακαταλόγιστο ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
κλητική ακαταλόγιστε ακαταλόγιστη ακαταλόγιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαταλόγιστοι ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα
γενική ακαταλόγιστων ακαταλόγιστων ακαταλόγιστων
αιτιατική ακαταλόγιστους ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα
κλητική ακαταλόγιστοι ακαταλόγιστες ακαταλόγιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαταλόγιστος < α- + καταλογίζω + -τος (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική irresponsable)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαταλόγιστος, η, ο

  1. (νομικός όρος) που δεν μπορεί να του καταλογιστεί ευθύνη, επειδή ενεργεί παράλογα, είτε επειδή πάσχει από ψυχιατρικό νόσημα είτε για άλλους λόγους
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ακαταλόγιστο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

  • Ο κατηγορούμενος έχει το ακαταλόγιστο: (νομικός όρος) όταν λόγω ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου, ή μέθης, ή άλλης κατάστασης όπου εμφανίζει μη "σώας τας φρένας", κατά το χρόνο τέλεσης αδίκου πράξης δεν μπορεί να του καταλογισθεί καμία ευθύνη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]