φορτώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορτώνω < ελληνιστικό ρήμα φορτόω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φορτώνω, παθ.φωνή: φορτώνομαι, παθ.μτχ φορτωμένος

  1. τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο
    Τα φόρτωσε στον κόκορα (δηλαδή σε κανέναν, έμειναν κατά συνέπεια όλες οι υποχρεώσεις ανεκπλήρωτες)
    φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
  2. μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή
  3. (μεταφορικά) εμπλουτίζω υπερβολικά
    Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού
    Τον φόρτωσαν παράσημα
    Ήρθε φορτωμένη με τόσα μπιζού που έμοιαζε χριστουγεννιάτικο δέντρο
  4. επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο
  5. αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη
    Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία
  6. (αργκό) εκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω
  7. φορτίζω μπαταρία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]