φορτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορτίζω < αρχαία ελληνική φορτίζω (φορτώνω σε πλοίο) < φόρτος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔɾ.ˈti.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φορτίζω (μεσοπαθητικό φορτίζομαι)

  1. εφοδιάζω μια μπαταρία, ένα συσσωρευτή κ.λπ. με ηλεκτρικό φορτίο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αποφορτίζω
  2. (μεταφορικά) αυξάνω τη συναισθηματική ένταση σε μια κατάσταση, συνήθως με αρνητικό τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ηλεκτρίζω
  3. αποδίδω ξεχωριστή χροιά σε λόγια ή λέξεις, ώστε να προκαλώ συγκίνηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τονίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]