charge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: chargé

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

charge < μέση αγγλική chargen < παλαιά γαλλική chargier < λατινική carricare < carrus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /t͡ʃɑːd͡ʒ/ (βρετανική)
ΔΦΑ : /t͡ʃɑɹd͡ʒ/ (ΗΠΑ)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
charge charges

charge (en)

  1. ευθύνη, αρμοδιότητα, αξίωμα
  2. το φορτίο
    1. το ηλεκτρικό φορτίο
  3. η κατηγορία
  4. η επέλαση
  5. ο έφοδος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]


ενεστώτας charge
γ΄ ενικό ενεστώτα charges
αόριστος charged
παθητική μετοχή charged
ενεργητική μετοχή charging

Ρήμα[επεξεργασία]

charge (en)

  1. αναθέτω ένα καθήκον, μια αρμοδιότητα
  2. φορτώνω
  3. φορτίζω
  4. κατηγορώ
  5. επελαύνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

charge 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
charge charges

charge (fr) θηλυκό

  1. το φορτίο
  2. το αξίωμα, η εξουσία
  3. ο έφοδος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]