έφοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έφοδος έφοδοι (έφοδες)
γενική εφόδου εφόδων
αιτιατική έφοδο εφόδους (έφοδες)
κλητική (έφοδο) έφοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έφοδος < αρχαία ελληνική ἔφοδος < ἐπί + ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έφοδος θηλυκό

  1. γρήγορη επίθεση

32πχ Μεταφράσεις[]