assaut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

assaut < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.so/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
assaut assauts

assaut (fr) αρσενικό

  1. η επίθεση, η προσβολή