υπεύθυνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑπεύθυνος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπεύθυνος υπεύθυνη/υπευθύνη υπεύθυνο
γενική υπεύθυνου/υπευθύνου υπεύθυνης/υπευθύνης υπεύθυνου/υπευθύνου
αιτιατική υπεύθυνο υπεύθυνη/υπευθύνη υπεύθυνο
κλητική υπεύθυνε υπεύθυνη/υπευθύνη υπεύθυνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπεύθυνοι υπεύθυνες υπεύθυνα
γενική υπεύθυνων/υπευθύνων υπεύθυνων/υπευθύνων υπεύθυνων/υπευθύνων
αιτιατική υπεύθυνους υπεύθυνες υπεύθυνα
κλητική υπεύθυνοι υπεύθυνες υπεύθυνα

ακύρωσε κάποια από το θηλυκό αν ξέρεις κώδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπεύθυνος < αρχαία ελληνική ὑπεύθυνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπεύθυνος, -η, -ο

  1. (και ως ουσιαστικό) που ευθύνεται για κάτι, που προκάλεσε κάτι και καλείται να υποστεί τις συνέπειες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αίτιος, υπαίτιος, ένοχος
    ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου θεωρήθηκε από το δικαστήριο υπεύθυνος για το ατύχημα και πρέπει να πληρώσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο δεύτερο αυτοκινητο
  2. (και ως ουσιαστικό) που έχει αναλάβει να εκτελέσει ένα ορισμένο έργο, που του έχει ανατεθεί ένα συγκεκριμένο καθήκον
    ένας από τους δασκάλους ορίζεται υπεύθυνος για τη βιβλιοθήκη του σχολείου
  3. για θέση ευθύνης
    όλοι τον εκτιμούν και αναμένεται να του ανατεθεί μια υπεύθυνη θέση στην εταιρεία
  4. που διακατέχεται από αίσθημα ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα
    ο Γιώργος είναι ένας πολύ υπεύθυνος και αξιόπιστος άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανεύθυνος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]