καθήκον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καθήκον τα καθήκοντα
      γενική του καθήκοντος των καθηκόντων
    αιτιατική το καθήκον τα καθήκοντα
     κλητική καθήκον καθήκοντα
όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθήκον < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική τα καθήκοντα < μετοχή του καθήκω (είμαι κατάλληλος για κάτι)
(υπηρεσία λειτουργού) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική office
(εργασίες μαθητή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική devoirs[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈθi.kon/
συλλαβισμός: κα‐θή‐κον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθήκον ουδέτερο

  1. αυτό που οφείλει να πράξει κάποιος, ακολουθώντας γραπτούς ή άγραφους κανόνες, τη συνείδηση ή τη θρησκεία, την κοινωνία, το έθιμο ή τον ηθικό νόμο
    επαγγελματικά καθήκοντα, οικογενειακό καθήκον, ηθικό καθήκον
  2. η υπηρεσία ενός λειτουργού ή δημόσιο αξίωμα
  3. οι εργασίες για το σπίτι ενός μαθητή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • άνθρωπος του καθήκοντος : αυτός που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, θέτοντάς τις πάνω από τις προσωπικές του επιθυμίες
  • απαλλάσσω/απομακρύνω κάποιον από τα καθήκοντά του : απολύω, απομακρύνω κάποιον από δημόσιο αξίωμα
  • σύγκρουση καθηκόντων : για τις περιπτώσεις που η τήρηση ενός καθήκοντος εξαρτάται από την αθέτηση ενός άλλου
  • συζυγικά καθήκοντα : η σεξουαλική επαφή μεταξύ συζύγων (νοούμενη ως αμοιβαία υποχρέωσή τους)
  • υπέρβαση καθηκόντων : για τις περιπτώσεις που ένας υπάλληλος ή μια υπηρεσία οικειοποιείται κάποια εξουσία, η οποία δεν εμπίπτει τις επίσημες δικαιοδοσίες του/της

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]