office

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

office < μέση αγγλική office < παλαιά γαλλική office < λατινική officium < opificium < opifex + -ium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

office (en)

  1. γραφείο (με την έννοια χώρος)
  2. γραφείο (με την έννοια οργάνωση)

επιλογή κατάλληλων προθέσεων[επεξεργασία]

  • at the office: στον χώρο γενικά του γραφείου, πχ. της εργασίας - στον χώρο στον οποίο εργάζομαι χωρίς αναγκαστικά να τον προσδιορίζω φυσικά
  • in the office: στο δωμάτιο συγκεκριμένα του γραφείου, πιο σαφές και υλικό - χωροταξικά σαφέστερο



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

office < λατινική officium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
office offices

office (fr) αρσενικό

  1. (θρησκεία) η θεία λειτουργία
  2. πολιτικό αξίωμα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]