duty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
duty duties

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

duty (en)

  1. καθήκον, ηθικό χρέος
    it's every citizen's duty to vote
  2. υπηρεσία
    Ι can't drink because I am on duty
  3. δασμός σε εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]