duty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

ενικός πληθυντικός
duty duties

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

duty (en)

  1. καθήκον, ηθικό χρέος
    it's every citizen's duty to vote
  2. υπηρεσία
    Ι can't drink because I am on duty
  3. δασμός σε εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []