responsible
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | responsible |
| συγκριτικός | more responsible |
| υπερθετικός | most responsible |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- responsible < γαλλική responsable < λατινική responsus < respondere
Επίθετο
[επεξεργασία]responsible (en)
- υπεύθυνος, έχω τη δουλειά ή το καθήκον να κάνω κάτι, για να με κατηγορήσουν αν κάτι πάει στραβά
The pilot is responsible for the safety of passengers.
- Ο πιλότος είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια των επιβατών.
- υπεύθυνος, είμαι σε θέση να με κατηγορήσουν για κάτι
Who is responsible for this mess?
- Ποιος είναι υπεύθυνος για αυτό το χάος;
He has a mentally illness and they don’t hold him responsible.
- Είναι τρελός και δεν του καταλογίζουν ευθύνες.
- ≈ συνώνυμα: accountable
- υπεύθυνος, το να είμαι η αιτία για κάτι
We are all responsible for this situation.
- Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για αυτή την κατάσταση.
- υπεύθυνος, που μπορώ να εμπιστευτώ και να βασιστώ
The child should be accompanied by a parent or other responsible adult.
- Το παιδί πρέπει να συνοδεύεται από γονέα ή άλλο υπεύθυνο ενήλικα.
This job must be given to a responsible man.
- Η δουλειά αυτή πρέπει να δοθεί σε υπεύθυνο άντρα.