φόρτωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόρτωμα φορτώματα
γενική φορτώματος φορτωμάτων
αιτιατική φόρτωμα φορτώματα
κλητική φόρτωμα φορτώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φόρτωμα < φορτώ(-νω) + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόρτωμα ουδέτερο

  1. η φόρτωση, το να φορτώνεις ένα φορτίο προς μεταφορά
    Τελείωσε το φόρτωμα για να φύγει καμιά φορά το καράβι;
  2. το βάρος, το φορτίο αυτό καθαυτό
  3. (μεταφορικά) συναισθηματικό βάρος, πίεση
    Μη μου γίνεσαι φόρτωμα. Άσε με ήσυχο.
  4. η φόρτιση της μπαταρίας
  5. η μεταφορά πληροφοριών σε ψηφιακά αρχεία


32πχ Μεταφράσεις[]